αἰγίς

αἰγίς
Grammatical information: f.
Meaning: `goatskin' (Il.), mantle, shield of Zeus and Athena. Later also `stormwind' (A.) Further `heart-wood of the Corsican pine or the silver-fir in Arcadia' (Thphr). Also `speck in the eye' (Hp.), on which s. ἀγλίη.
Derivatives: αἰγίοχος epithet of Zeus (Il.), cf. γαιάϜοχος. But see Heubeck IF 68 (1963) 13-21: `schnell einherfahrend'. With the last meaning ἐπ-αιγίζω `rush upon' (from a stormwind) Hom.
Origin: XX [etym. unknown] GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Formation as νεβρίς etc.When shaken, gods and men are frightened. The meaning `stormwind' is unclear, but see Heubeck (above). - Prob. in origin a goatskin (thus Hdt. 4, 189). - Others connect Skt. éjati `move, set in motion'. (Kretschmer Glotta 27, 28, connected αἴγλη and αἶγες τὰ κύματα H.)
Page in Frisk: 1,32

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιγίς — αἰγὶς ( ίδος), η (Α) βλ. αιγίδα …   Dictionary of Greek

  • αἰγίς — goatskin fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίς — Αἰγί̱ς , Αἰγίς goatskin fem acc pl (epic doric ionic aeolic) Αἰγίς goatskin fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίγις ή Αίγυς — Μια από τις έξι πόλεις που αποτελούσαν την Εξάπολη της Λακωνίας. Ήταν ισότιμη προς τη Σπάρτη, αλλά οι Σπαρτιάτες την κυρίευσαν την εποχή του Λυκούργου, με το πρόσχημα πως συνωμοτούσε εναντίον τους μαζί με τους Αρκάδες. Δεν σώζονται ερείπια της… …   Dictionary of Greek

  • αιγίδα — (αιγίς). Κατά την αρχαιότητα, η λέξη υποδήλωνε οποιοδήποτε επιθετικό ή αμυντικό όπλο των θεών και κυρίως του Δία και της Αθηνάς. Ως επιθετικό όπλο σήμαινε το σύννεφο της θύελλας που εξαπέλυε τις αστραπές και περιέκλειε την έννοια της καταιγίδας,… …   Dictionary of Greek

  • Эгида — (Αιγίς) в греч. мифологии атрибут Зевса, Афины и Аполлона, как божеств грозных атмосферных явлений, символизующий грозовую тучу. В Илиаде она называется то блестящею , то темною ; она наводит ужас и даже молния не в силах одолеть ее. Наряду с… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Αἰγί — Αἰγίς goatskin fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίδα — αἰγίς goatskin fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίδας — αἰγίς goatskin fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίδες — αἰγίς goatskin fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίδι — αἰγίς goatskin fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.